~* GTP analysis *~
Μια σοβαρή, πολύ σοβαρή σπουδή επάνω στην αναζήτηση βέλτιστου λογοτεχνικού ύφους, και η συγγραφή ως βαθύτερη εσωτερική διεργασία υπαρξιακού αυτοπροσδιορισμού.

Καταρχάς, είναι ακόμα καλοκαίρι. Συνεπώς, δύο από τα πρώτα πράγματα που φρόντισα να πράξω προκειμένου να εξασφαλίσω την ομαλή διέλευση των καλοκαιρινών μηνών από την ζωή μου, ήταν να ανεβάσω τα παπλώματα στο πατάρι και να κατεβάσω τα σεμιεδάκια σταυροβελονιά κληρονομιά της γιαγιάς, τα οποία και κρέμασα επιδεκτικά πάνω από τα βιβλία του Κάφκα και του Καμύ για να μην τους βλέπω και με φουντώνουν μέσα στον καύσωνα. Καλοκαίρι σημαίνει βόλτες στην πλατεία, τσίπουρα στο πρώτο φιλόξενο ταβερνείο και τάπερ με κεφτεδάκια στην παραλία (πλέον ναι, είμαι από αυτές). Βαριά κουλτούρα και βαθυστόχαστα νοήματα από χειμώνα πάλι, με το κονιάκ δίπλα στο τζάκι. Τέλος.
Συχνά με ρωτάτε γιατί δεν γράφω ένα βιβλίο. Όντας μια μπαρουτοκαπνισμένη Ντάρκισσα που έχει ζήσει όλη της την ζωή συναυλιοκεντρικά και μεταμεσονύχτια, το να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου σε ένα βιβλίο είναι πραγματικά αδύνατον. Εξηγούμαι:
Το πρώτο βασικό πρόβλημα στην συγγραφή ενός βιβλίου, είναι το TΙ θα πεις σε αυτό.
Μπαίνω κατευθείαν στο ζουμί του προβλήματος, και με απαρίθμηση.
1) Δεν έχω καθόλου, μα καθόλου φαντασία.
Μισώ θανάσιμα τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών και ανήκω στο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού που δεν έχει δει ποτέ στη ζωή του Game of Thrones! Είμαι ένας απίστευτα βαρετός άνθρωπος και περνάω τα βράδια μου βλέποντας για πολλοστή φορά ντοκιμαντέρ για την δίκη της Νυρεμβέργης και διαβάζοντας τα άπαντα του Τσώρτσιλ στην καθαρεύουσα, ενώ προτιμώ να σκοτώνω τον χρόνο μου φυτεύοντας ανανάδες σε κάποιο καμένο app αγροτικής ανάπτυξης πάρα να παίζω RPG και να φορτωθώ στο κεφάλι μου φίλτρα, σπαθιά και δράκους, όσο φαντασμαγορικό και να είναι το σενάριο. Στο σχολείο όταν παίζαμε στα διαλλείματα, τα άλλα παιδάκια στην παρέα με ρωτούσαν αν θέλω να κάνω την πριγκίπισσα ή την νεράιδα, και εγώ πάντα επέλεγα να κάνω την καθαρίστρια του κάστρου και να αναλάβω την λάντζα ή έστω τον δημόσιο υπάλληλο του πριγκιπάτου που καταριθμούσε τα άλογα και πρωτοκολλούσε ευλαβικά τις προμήθειες της επόμενης σταυροφορίας! Όχι, είναι αδύνατον ξαφνικά να αρχίσω να γράφω ένα βιβλίο για το Παρίσι του Φλομπέρ ή για μεγάλους έρωτες την εποχή του μεσοπολέμου, και το μυαλό μου έχει την ικανότητα να πεταρίζει μόνο μεταξύ απτών πραγμάτων και εννοιών, όπως τα αδίπλωτα ρούχα στην καρέκλα και οι λογαριασμοί των ΔΕΚΟ που με περιμένουν στοίβα πάνω στην σιφονιέρα σφυρίζοντας αδιάφορα μέχρι να μου την κάνουν πλάγια και να μου κόψουνε τα πάντα. Boring.
Και άντε και πες ότι γράφω βιβλίο, ποιο θα είναι το θέμα του;
Θα είναι κοινωνικός ρεαλισμός; Θα είναι Sci-fi; Θα είναι τρόμου; Δεν μπορώ να φανταστώ, πόσο μάλλον να το στήσω! Πιστεύω ότι η πραγματικότητα έχει την ικανότητα να υπερβαίνει την κάθε φαντασία, το είπε και ο Μπάιρον (θυμίστε μου να σας διηγηθώ περιπέτειες από το slimelight για να σας το επιβεβαιώσω!)
2) Δεν έχω καμία απολύτως συνοχή στην σκέψη μου.
Έχοντας ζήσει τις τελευταίες δεκαετίες με την διπολική διαταραχή να μου χτυπάει την πόρτα με την επιμονή μάρτυρα του Ιεχωβά, ο οποίος με το έμπειρο μάτι του έχει μαρκάρει ισχυρά δυνητικό θύμα για τελικό προσηλυτισμό και δεν πρόκειται να ησυχάσει αν δεν μου πετάξει κατακέφαλα όλα τα τεύχη της «Σκοπιάς» αναδρομικά από το 1962 μέχρι και σήμερα ρίχνοντας με αλύπητα στην ζεστή αγκαλιά των Χanax, είναι αδύνατον να μπορέσω να κρατήσω την σκέψη μου στην ευθεία για περισσότερες από 4 σελίδες σερί και αυτές στο τσακίρ κέφι!
Για να καταλάβετε την κατάντια μου, μια φορά είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα το οποίο ξεκίναγε κάπως σαν φιλμ νουάρ, με την πρωταγωνίστρια μια όμορφη μυστήρια ντίβα φαμ φατάλ με το καρεδάκι της εποχής που το έπαιζε ντεντέκτιβ, και για 6 παραγράφους περιέγραφα τα παπούτσια της, και κάπου εκεί υπήρχε ένα πτώμα αλλά δεν κατάφερα να καταλήξω που, και μετά βαρέθηκα και αποφάσισα να αρχειοθετήσω τις φορολογικές μου δηλώσεις από το 2003 μέχρι το τρέχον έτος, και μετά αποφάσισα να βάλω και λίγο ρομάντζο στην πλοκή για να γίνει επιτυχία το βιβλίο μου, και εκεί κάπου χτύπησε το τηλέφωνο και κατέληξα για μπύρες τις οποίες αναμφισβήτητα προτιμώ από τα ρομάντζα, και όσο έπινα τις μπύρες μου αποφάσισα να βάλω και λίγο paranormal στην υπόθεση αλλά μετά το ξέχασα, και όταν γύρισα σπίτι και πήγα να καταγράψω τις ιδέες που μου ήρθαν κατά την μπυροποσία συνειδητοποίησα ότι με είχε κόψει η πείνα και το γύρισα σε μια συνταγή για κεφτεδάκια την οποία έβγαλα από το κεφάλι μου γιατί δεν ξέρω να μαγειρεύω, τα οποία τελικά αποδείχθηκαν δαιμονισμένα και άρχισαν να κυνηγάν την πρωταγωνίστρια, και μετά βαρέθηκα περισσότερο από εσάς τώρα, και τελικά έστειλα κάτι πεινασμένους εξωγήινους να τους χλαπακιάσουν αμφίτερους να ξεμπερδεύω και πήγα για ύπνο και χάπιλι έβερ άφτερ. Άστε, μεγάλη χαζομάρα λέμε! Και που το πάτε το ότι είμαι και μηδενίστρια, συνεπώς το μόνο που έλειπε από το στόρυ ήταν το να αποφασίσει κάπου στο κρεσέντο της πλοκής να εκραγεί το Yellowstone ακριβώς κάτω από τον πισινό της περήφανης μιστρέσσας και να τα κάνει όλα μπάχαλο, σενάριο το οποίο παρεμπίπτοντος είναι πολύ πιθανό να συμβεί τα προσεχή χρόνια και θεωρείται ότι αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες απειλές αφανισμού του ανθρώπινου είδους, μετά φυσικά από την ανάπτυξη κάποιας τεχνητής νοημοσύνης με ευέξαπτο ταμπεραμέντο, και τι είχα ξεκινήσει να λέω είπαμε;
3) Αντιμετωπίζω σοβαρά προβλήματα με τους editors.
Σοβαρά τώρα, γιατί υπάρχετε;
Ναι μεν όλοι οι editors που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα είναι συμπαθέστατα άτομα τα οποία τραβάνε τα μαλλιοκέφαλά τους με αυτά που διαβάζουν κάθε μέρα και τρέχουν να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα, (σε αυτό το σημείο βγάζω έξω την γλωσσάρα μου και περνάω αργόσυρτα ένα πατόκορφο γλείψιμο στην οθόνη μου γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μέλλει γενέσθαι και ποιος μπορεί να διαβάζει τις βλακείες που γράφω), έχω όμως καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι συγγραφείς με τους editors είναι είδη τα οποία βρίσκονταν σε μια αιώνια διαμάχη γενετικού και βάλε επιπέδου, φανταστείτε ένα ατέρμονο μαλλιοτράβηγμα στο κρεβάτι του Προκρούστη πάνω από ένα .docx, με τους μεν να τραβολογάνε από την μία για να τους βγει το wording και τους δε από την άλλη για να τους χωρέσουν όλα τα παιδικά απωθημένα σε ένα κείμενο 500 λέξεων για την αναγκαιότητα διατήρησης της βιοποικιλότητας στο Δέλτα Αξιού, οι editors δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να κατανοήσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς μας και το γιατί εμείς θέλουμε να είναι κάτι έτσι ακριβώς όπως το επιλέξαμε.
Πάρτε για παράδειγμα την ακόλουθη πρόταση: «Να παν να γαμηθούν!» Συγκρίνετε την με την όμοια νοηματικά αλλά τελείως ανόμοια όσον αφορά την εσωτερική της δυναμική, πρόταση: «Να πάνε να γαμηθούνε!». Από αυτό το τυχαίο χαρακτηριστικό παράδειγμα καταλαβαίνουμε ότι δεν έχει καμία απολύτως σημασία ποιος θα συνουσιαστεί και με ποιον θα γίνει η συνουσία, αλλά στην πρώτη περίπτωση η ανίερη πράξη γίνεται με δύναμη και αυτοπεποίθηση ενώ στην δεύτερη μπορούμε να διακρίνουμε ένα παράπονο στον τόνο του ομιλούντα, ο οποίος και προφανώς με κάποιον τρόπο αδικείται κάπως από την όλη αναπαραγωγική διαδικασία!
Παρεμπιπτόντως και πάλι, και κάνοντας μια επί του πρακτέου αναδρομική αναφορά στον παράγοντα ανικανότητας συγγραφής Νο2, πάντα πίστευα ότι η δημοφιλής φράση η οποία κυριάρχησε στα λαϊκά στρώματα για να εκφράζει αγανάκτηση στον καθημερινό βίο: «...με πήγε πίπα - κώλο», αποτελεί αποκύημα γυναικείας σκέψης και προοπτικής, και αυτό ακριβώς λόγο του νοήματος που της αποδόθηκε:
- Τι κάνεις βρε Τάκη; Καιρό έχω να σε δω.
- Άστα φίλε, πίπα - κώλο με πάει αυτήν την περίοδο! (απογοήτευση, μόχθος, ταλαιπώρια, κανένα όφελος για τον πρωταγωνιστή).
Στο μυαλό του ακροατή, η δημοφιλής φράση μεταφράζεται ως «Ο Τάκης αντιμετωπίζει προβλήματα, ο Τάκης δεν την πολυπαλεύει αυτή την περίοδο, άμοιρε Τάκη κουράγιο, θα έρθουν και καλύτερες ημέρες, οι κόποι σου κάποια στιγμή θα ανταμειφθούν». Η διαδρομή μεταξύ πίπας και κώλου δεν είναι ευχάριστη εμπειρία για τον Τάκη. Σαφέστατα συμπέρασμα βγαλμένο μέσα από γυναικεία βιώματα και οπτική γωνία θέασης, ο φουκαράς βιοπαλαιστής Τάκης οφείλει να κάνει υπομονή καθώς αλλοτριώνεται μεταξύ ανελλιπών υποχρεώσεων. Ενώ, αν την έκφραση την είχε συλλάβει ανδρικός νους, αρσενικά σκεπτόμενος, θα είχε το ακριβώς αντίθετο νόημα:
- Τι κάνεις βρε Τάκη; Καιρό έχω να σε δω.
- Άστα φίλε, πίπα - κώλο με πάει αυτήν την περίοδο! (ενθουσιασμός, χαρά, αγάπη για ζωή, αισιοδοξία, τυμπανοκρουσίες, πυροτεχνήματα).
Η Ζωή (με κεφαλαίο) προσφέρει απλόχερα στον Τάκη όλα της τα χαρίσματα και δώρα χωρίς αναστολές, τα όνειρα του Τάκη επιτέλους πραγματοποιούνται, τυχερέ Τάκη, καλά σου κάθεται η φάση, όλοι σε ζηλεύουν! Σαφέστατα απόδοση νοήματος από την ανδρική σκοπιά του θέματος. Think about it.
(Άσχετο, αλλά πάντα ήθελα να μοιραστώ ετούτη την ανάλυση).
Συμπέρασμα: Άστο το ρημάδι το τελικό Ε, εκεί το θέλω!
Ολοκληρώνοντας, θα μου επιτρέψετε να πω ένα σύνθημα που ορισμένοι από εσάς θα εκτιμήσουν: Φονιάδες των απανταχού ασυνάρτητων, editors, να πάτε να γαμηθείτε!
(Σας αγαπώ, το ξέρετε! ♥ ) Σλουρπ!
4) Δεν έχω καμία απολύτως σοφία να μεταδώσω για την ζωή.
Από το δικό μου στόμα δεν πρόκειται ποτέ να ακούσετε κάτι το σοφό, καθώς η μοναδική γνώση που αποκόμισα στα κοντά 40 χρόνια της τουριστικής πορείας μου ως ανθρώπινο ον το οποίο περιδιαβαίνει τον πλανήτη χωρίς σκοπό και στόχο, σκαρφαλώνοντας τα δύσβατα κατσάβραχα του καθημερινού βίου σαν το κρι - κρι με δωδεκάποντο, με έναν καυτό καφέ στο χέρι ντάλα μεσημέρι δεκαπενταύγουστο, και με μόνη παρέα ένα βιβλίο στην αγκαλιά και τον χάρτη λάθος πλανήτη στην κωλότσεπη, περιορίζεται στο ακόλουθο απόφθεγμα: «στο μυαλό του τρελού μην προσπαθήσεις να μπεις για κανέναν λόγο». Αλήθεια λέω, μην το προσπαθήσετε. End of story.
... Και το πώς να μπαίνετε τζάμπα σε συναυλίες, αλλά αυτό δεν είναι επί του παρόντος.
Συνεπώς εδώ κολλιόμαστε με την συγγραφή ενός βιβλίου, γιατί λόγο ασημαντότητας και εκ φύσεως προβληματικού χαρακτήρα, δεν έχω τίποτα να μοιραστώ, πέρα από το ότι η ζωή είναι μικρή, για αυτό φροντίστε να περάσετε καλά κατά την διάρκεια, και ας σας πάει πίπα - κώλο.
Ε, υποθέτω ότι αυτό το ξέρετε ήδη!
Το δεύτερο βασικό πρόβλημα στην συγγραφή ενός βιβλίου, είναι το ΠΩΣ θα το πεις αυτό που τέλος πάντων θέλεις να πεις.
Η δεύτερη καίρια απόφαση που πρέπει να ληφθεί πριν κάποιος αποφασίσει να φορέσει τον κουλτουρέ μπερέ του, να ανάψει την πίπα - μαρτυρία τριψήφιου δείκτη IQ και να γράψει ένα βιβλίο, πέρα από το στόρυ, είναι το ύφος γραφής. Γιατί το στόρυ μπορεί να παραμένει το ίδιο, αλλά το ύφος και ο τόνος της γραφής λένε κάτι από μόνα τους.
Την πρώτη αποκαλυπτική σφαλιάρα ρεαλισμού ότι σκοπός ύπαρξης των λέξεων δεν αποτελεί μόνο η σοφία που κρύβεται μέσα τους αλλά συχνά υπάρχουν μόνο για να μας ηδονίζουν και να μας γαργαλάνε την γλώσσα και επειδή έχουν αυτοδιάθεση, ήταν θυμάμαι κάπου στην πρώτη λυκείου. Ο φιλόλογος μας, ο Κύριος Χατζής, ένα ταλαίπωρο, αγέλαστο, γκρίζο ανθρωπάκι με μονότονη φωνή που μας έκανε να κόβουμε φλέβες μόνο που τον βλέπαμε να σέρνει την σκυθρωπή ύπαρξη του στους μίζερους διαδρόμους του σχολείου, είχε αναλάβει να μας μεταδώσει την αγάπη του για την λογοτεχνία. Εγώ καθόμουν γαλαρία με τον Παύλο και αποτελούσε πλέον θέμα επιβίωσης το να βρούμε έναν δημιουργικό τρόπο να περάσουμε το δίωρο πριν αρχίσουμε να κοπανάμε τα κεφάλια μας στον τοίχο ή μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε να ενσωματώσουμε τις βασικές αρχές του μαθήματος σε μια ευφάνταστη βιωματική άσκηση, τουτέστιν να κολλάμε χαρτάκια στις πλάτες των μπροστινών μας τα οποία έγραφαν την άποψη μας για αυτούς μονολεκτικά, παιχνίδι που σίγουρα ο Κύριος Χατζής θα έπρεπε έχει εκτιμήσει και να ενσωματώσει στην ροή του μαθήματος. Καθότι γαλαρία και εταίροι ελαφροχέρηδες, είχαμε πολύ δουλειά να κάνουμε και όλα κυλούσαν μια χαρά, μέχρι που φτάσαμε στην περίπτωση του χαρτακίου της Τασούλας όπου και τα σπάσαμε στον προσδιορισμό. Εγώ όντας το φυτό της τάξης παρά την ταξιθέτηση στο τελευταίο θρανίο, θεωρούσα απαράδεκτο το να ανεχτώ τον χαρακτηρισμό που προσέδωσε ο Παύλος κρεμασμένο στην πλάτη της μπροστινής μου, αν μη τι άλλο σε καμία περίπτωση αν δεν ήταν τουλάχιστον ορθά διατυπωμένος! Κατόπιν συσκέψεως, αποφασίσαμε ότι ο πιο άμεσος τρόπος για να το κάνουμε αυτό ήταν να πάμε απευθείας στην πηγή. Έτσι λοιπόν, μόλις χτύπησε το κουδούνι, βρεθήκαμε και οι δυο στην έδρα του κυρίου Χατζή με ένα κομμάτι χαρτί, ένα στυλό και ένα σελοτέιπ στο χέρι: Πρώτος μίλησε ο Παύλος ως αρμόδιο αρσενικό και γνώστης του θέματος και στην τελική δική του ιδέα ήταν τόσο η άποψη όσο και η όλη φάση και εγώ δεν φταίω σε τίποτα, αυτός τα έκανε όλα Κύριε! Κοιτάει λοιπόν τον Κύριο Χατζή με την δίψα για μάθηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και του απευθύνει την ερώτηση με ύφος υποδειγματικού μαθητή γεμάτος πάθος για το διδακτικό αντικείμενο: «Κύριε, το σωστό ποιο είναι, τσιμπουκού ή τσιμπουκΛού;» Τον ρώτησε τονίζοντας το Λ με ιδιαίτερη έμφαση.
Το γκρίζο ανθρωπάκι σήκωσε τα μάτια του και μας κοίταξε πατόκορφα, μια τον έναν, μια τον άλλον. Κατόπιν χαμήλωσε και πάλι το κεφάλι, έπιασε το στυλό στο χέρι του και άρχισε να τραβά ασυνάρτητες γραμμούλες στο ανοιχτό τετράδιο που είχε μπροστά του. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα σιγής, εμείς αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι το κόλλημά μας για μια ορθή φιλολογική διατύπωση ίσως να μας στοιχίσει επανάληψη της χρονιάς ή τουλάχιστον 5 μέρες αποβολής μέσα στο νερό. Μερικούς αιώνες αργότερα και εν μέσω μιας κατάστασης διαστολής του χρόνου, ο Κύριος Χατζής αποφάσισε να σπάσει την σιωπή του, σηκώνοντας το κεφάλι του και απαντώντας ήρεμα και στωικά, δικαιώνοντας απρόβλεπτα την γυναικεία μου διαίσθηση: «...ΤσιμπουκΛού, με ΛΟΥ, για να γεμίζει και το στόμα».
Η απάντηση ήταν καθηλωτική για εμένα γιατί ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι σημασία δεν έχει μόνο το αποτέλεσμα το οποίο όπως και να το πεις το ίδιο θα είναι (φουκαριάρα Τασούλα, κουφάλα Παύλο), αλλά το να έχεις απολαύσει την διαδικασία στην πορεία όσο περισσότερο γίνεται, all the way down!
Η διαδικασία του γραψίματος ως αυτοσκοπός λοιπόν, process writing - όπως λέμε process art αλλά στο κάπως πιο χρονοβόρο του, με σαφέστατα μειωμένες πιθανότητες επαγγελματικής αποκατάστασης και κοινωνικής αναγνώρισης, με λιγότερη ακαταστασία στον τόπο του εγκλήματος και με απαιτούμενο ορθογραφικό έλεγχο στο τέλος, όταν γράφεις απλά για να γράψεις, γιατί λαμβάνεις ικανοποίηση και σε χαλαρώνει το να νιώθεις τα πλήκτρα να κάνουν τακ - τακ - τακ κάτω από τα δάκτυλα σου, και όταν οι λέξεις σχηματίζονται σε παράθεση μέσα στο κεφάλι σου αυτοβούλως. Για κάποιους ανθρώπους το γράψιμο είναι εσωτερική αναγκαιότητα, τόσο ριζική και ενστικτώδης όσο οι βασικές ανθρώπινες λειτουργίες όπως η τροφή και το νερό. Ναι, πρέπει να φάω. Ναι, πρέπει να κοιμηθώ. Ναι, έχω αϋπνίες. Ναι, πρέπει να μπλογκάρω. Ναι, περνάω καλά όταν το κάνω. Όχι, δεν έχω τίποτα να πω. Αν εσείς βγάζετε κάποιο νόημα από τις ασυναρτησίες μου, είναι δικό σας το πρόβλημα και ίσως θα πρέπει να το δείτε.
Αναμφισβήτητα λοιπόν αυτοπροσδιορισμένη ως συγγραφέας process writing ή μπλόγκερ για να ακούγεται πιο κουλ, το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι είμαι απίστευτα ακαμάτα και αργόσχολη και με περιμένουν δυο στοίβες άπλυτα πιάτα στον νεροχύτη και έχω να πιάσω ξεσκονόπανο από εποχές προ capital - controls, οπότε γιατί να μπω στον κόπο αφού και πάλι αύριο τα ίδια χάλια θα είναι, ματαιότης ματαιοτήτων και τι σοφή που είμαι, ας πάρω καλύτερα το βαθυστόχαστο ύφος μου και ας ανάψω ένα τσιγάρο με φιλοσοφικό στόμφο φυσώντας τον καπνό πάνω από την μύτη μου υπεροπτικά μισοκλείνοντας τα μάτια μου στο λυκόφως μπροστά από το pc μου, και ας αρχίσω να προσποιούμαι ότι καταγράφω τους τόνους σοφίας που μου χάρισε απλόχερα η ζωή πετώντας τίποτα διανοουμενίστικες αρλούμπες όταν με συναντάτε στον δρόμο και με ρωτήσετε πως πάει «...κάτι συγγράφω τώρα πάλι εγώ και χάνομαι στις σκέψεις μου, συγχωρέστε με αλλά ξέρετε πως πάνε αυτά» και να κάνω τάχα μου αδιάφορα σεμνότυφα κυκλάκια με την μύτη του το ποδιού μου στο πάτωμα όλο νάζι, και πάει λέγοντας. Έτσι, και εσείς μπορείτε να νιώθετε περήφανοι που έχετε ιντελλεκτουάλ φιλενάδα, και εγώ να περπατώ καμαρωτή με τα τακουνάκια μου τσουκου - τσουκου - τροτ - τροτ στην πλατεία και να ανεμίζω τα μαλλιά μου όλο χάρη στο δροσερό αεράκι ως ευυπόληπτο μέλος της τοπικής κοινωνίας παραμυθιάζοντας τους πάντες ότι επιτελώ σοβαρό κοινωνικό έργο με το keyboard μου, μέχρι που τελικά έρχεται η ώρα εγώ να δημοσιεύσω το τι έγραψα και εσείς να το διαβάσετε, οπότε και ψάχνουμε όλοι μαζί να βρούμε πέτρα να κρυφτούμε!
Γράφω γιατί μου αρέσει. Απολαμβάνω τις λέξεις που χρησιμοποιώ, μου κάνουν καλή παρέα.
Και
κάπου εκεί, στο χάσιμο μεταξύ θέλω να γράψω αλλά δεν έχω και ιδέα του
τι σοφό μπορώ να πω, μου έγινε η αποκάλυψη: Στο κείμενο του φίλου και
πιστού μου αναγνώστη Σπύρου, το οποίο και μου έστειλε για να με
ψυχαγωγήσει όταν είχα τις μαύρες μου και για να του πω την γνώμη μου ως
έμπειρη κειμενογράφος οπού είμαι (γκουχ - γκουχ). Διαβάζοντας το
ανάγνωσμα με αμείωτο ενδιαφέρον και χαζογελώντας μονάχη μου μπροστά από
το κομπιούτερ, κάπου στην δεύτερη σελίδα την είδα να με κοιτάει
απευθείας στα μάτια, γεμάτη υπονοούμενα:
Μια μαλαπέρδα ΝααΑΑααΑαα! με το συμπάθιο! Και είδα το φως το αληθινό!
Εν μέρει λυπάμαι που σε αυτό το σημείο καλείσθε να γίνετε μάρτυρες του σκηνικού που έπεται να ακολουθήσει, καθώς μετά από σχετική άδεια του συγγραφέως, παραθέτω αυτούσιο το αυθεντικό κείμενο που μου άλλαξε ριζικά την ζωή και καθόρισε οριστικά την συγγραφική μου πορεία μετά από αρκετές δεκαετίες υπαρξιακής αναζήτησης και βαθυστόχαστου εσωτερικού προβληματισμού:
«Ακόμα και στην εξωτερική εμφάνιση ξεπέρασε τον εαυτό του. Εκτός από την ρωμαλέα σωματοδομή του χάρισε και μια ωραία μεγάλη μαλαπέρδα με την οποία εκτός από την αναπαραγωγή μπορούσε να την χρησιμοποιεί και για να περνάει την ώρα του παίζοντας με αυτήν. Τα πάντα εν σοφία εποίησε. Τα πάντα?»
Αυτό είναι!
Αριστούργημα!
Μαλαπέρδα!!!
Η
μαλαπέρδα έμεινε εκεί να με κοιτάει κατάματα μέσα από την οθόνη μου με
απορία, ανίκανη να καταλάβει τα βαθύτερα αίτια της ταραχής που μου
προκάλεσε, καθώς όλη η σοφία του σύμπαντος μου αποκαλύφτηκε αστραπιαία
και μονολεκτικά, σε Times New Roman δωδεκάρια: Ανεπιτήδευτη, απλή,
καθημερινή, βγαλμένη μέσα από την ζωή, χωρίς να έχει τίποτα το ιδιαίτερο
για να προσφέρει ή κάποιο σπουδαίο κατόρθωμα για να μας διηγηθεί, μια μαλαπέρδα
συχνά αποτυγχάνει να φέρει σε πέρας την αποστολή της αλλά δεν πειράζει,
άλλωστε κανένας δεν έχει υπερβολικές απαιτήσεις από μια μαλαπέρδα, μια μαλαπέρδα
είναι περισσότερο από μια λέξη, είναι μια στάση ζωής, ένας τρόπος να
βλέπεις τα πράγματα, μια ολόκληρη κοσμοθεωρία συμπυκνωμένη σε μερικά
μόλις εκατοστά ανθρώπινης σάρκας.
Η γραφή που λέτε, είναι μια εσωτερική διαδικασία αυτοπροσδιορισμού και διαφυγής από την συνήθως άσπλαχνη πραγματικότητα. Ενίοτε κουράζομαι κάπως από τα βαθυστόχαστα και τα σοβαρά, και ομολογώ ότι παραληρώ δημόσια εδώ και κάτι ώρες μόνο και μόνο για να μπορέσω να χαζογελάσω μόνη μου λέγοντας την φράση: «Σε ευχαριστώ πολύ φίλε μου Σπύρο. Η μαλαπέρδα σου μου άνοιξε τα μάτια! Είδα το φώς το αληθινό! »
Ας συνεχίσουμε το παραλήρημα λίγο ακόμα, βαριέμαι να βάλω μπουγάδα.
.................................
Οι λέξεις λοιπόν, είναι αυτόνομες οντότητες. Συχνά, δεν υπάρχουν για να περιγράψουν έναν κόσμο έξω από αυτές, αλλά το μόνο που ζητάνε είναι να τους επιτρέψουμε να απελευθερώσουν τον κόσμο που κρύβουν μέσα τους.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Βασίλη. Ο Βασίλης δεν υπάρχει, αλλά ας τον δημιουργήσουμε επιτόπου. Ο Βασίλης, ένα πράο παλικάρι γύρω στα 30, μάλλον απόφοιτος Παντείου και δημόσιος υπάλληλος, μετρίου αναστήματος, από αυτά τα τυπάκια που όταν τα δεις σου δίνουν την εντύπωση ότι είναι τελείως ασήμαντα και βαρετά και ότι το πιο extreme πράγμα που έχουν κάνει ποτέ στην ζωή τους είναι να παραγγείλουν ταυτόχρονα μιλκσέικ φράουλα και διπλό μπέργκερ στα mcDonalds, μέχρι που τελικά αποφασίζουν να ανοίξουν το στόμα τους και να αρχίσουν να μιλάνε, όποτε και επιβεβαιώνουν πλέον ότι είναι τελείως ασήμαντα και βαρετά του θανατά, πέραν κάθε αμφισβήτησης.
Ας κάνουμε την χάρη λοιπόν στον Βασίλη και ας του κάνουμε δώρο ένα αναπαραγωγικό μόριο άγνωστης ποιότητος, και ας προσπαθήσουμε να χτίσουμε ένα στόρυ γύρω από το πρόσωπό του, συναρτήσει της λέξεως που επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε για να περιγράψουμε τον κρεάτινο συνοδοιπόρο του στην ζωή:
(Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να κάνω μια δημόσια εξομολόγηση: Έχοντας από την φύση μου μια μέγιστη αποστροφή προς οτιδήποτε το εύκολο, το επιφανειακό και το χυδαίο, δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να αντέξω το dirty talking! Όχι δηλαδή ότι έχω κάποιο πρόβλημα στο να το ακούω, προς Θεού, αλλά αν περιμένει κανείς να ακούσει από εμένα προστυχιές, το αποτέλεσμα θα είναι να καταλήξω να χαζογελάω σαν 9χρονο που τρολάρει με τους φίλους του έχοντας χακάρει τον λογαριασμό της μεγάλης του αδερφής στο tinder, γεγονός το οποίο θα έχει καταστροφικές συνέπειες δεδομένου του ότι το dirty talking υπάρχει για να επιτελέσει πολύ συγκεκριμένους σκοπούς. Λυπάμαι, λέξεις όπως αυτή, αυτή, και η άλλη, δεν μπήκαν ποτέ στο στόμα μου ή στο κρεβάτι μου ή πουθενά αλλού τέλος πάντων καταλάβατε, και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να μπουν στο κείμενό μου. Θα επιτρέψω στην Ξαβιέρα Χολάντερ να συνεχίσει να φοράει το στέμμα της, καθώς δεν κινδυνεύει να εκθρονιστεί από την πένα μου. Μια φορά το δοκίμασα δηλαδή και διατυμπάνιζα όλο χαρά ότι το κείμενο μου θα περιέχει περιγραφικό σεξ για να το κάνω πιο ώριμο και πιο πιασάρικο στο ευρύ κοινό, ε, και τελικά εκεί που όλοι περίμεναν εναγωνιωδώς να περιγράψω το καβλάντισμα, κατέληξα να περιγράφω την βρομιά που είχαν τα πατώματα του χώρου με την ιμπρεσιονιστική ματιά του Τέρνερ! Εκεί κάπου κατάλαβα ότι το dirty talking και εγώ τσακωθήκαμε για πάντα, (προς μέγιστη απογοήτευση του συζύγου μου!))
Επανερχόμαστε και πάλι
πίσω στον Βασίλη, τον οποίο και αφήσαμε να περιμένει με το παντελόνι
του κατεβασμένο, το μόριο του στο χέρι και την απορία ζωγραφισμένη στο
πρόσωπο του, καθώς αδυνατεί να καταλάβει γιατί τον φέραμε στον κόσμο,
και τι ακριβώς περιμένουμε να πράξει με τον πολύ συγκεκριμένο εξοπλισμό
που του χαρίσαμε.
Κέις 1 - Ο Βασίλης έχει «φαλλό».
Ο
Βασίλης είναι μέλος μιας μυστικής σέκτας νεοπαγανιστών όπου πιστεύουν
ότι το ανθρώπινο είδος αποτελεί ένα διάμεσο επικοινωνίας μεταξύ μιας
ανώτερης συμπαντικής νόησης και του ζωντανού πυρήνα της γης. Ο Βασίλης,
μπορεί να μην έχει καταφέρει να επιτύχει τίποτα σημαντικό στην ζωή του
μέχρι τώρα, όμως η ύπαρξη του είναι ιδιαίτερα σημαντική σε καρμικό
επίπεδο, επειδή η τέταρτη μετενσάρκωση του συνέβη μια νύχτα του Δεκέμβρη
με το Άρη στον Αιγόκερο και την Αφροδίτη στον Κριό, στις 07: 07 π.μ.
τα ξημερώματα, σε ευθυγράμμιση Πλούτωνα και Δια, σε ένα ταπεινό
χωριουδάκι κάπου στις ιερές πεδιάδες του Θεσσαλικού κάμπου. Αποστολή του
Βασίλη στην ζωή είναι να γονιμοποιήσει μια παρθένα με όνομα Εκάτη ή
Ιοκάστη ή κάτι τέτοιο, με σκοπό να διοχετεύσει το αμόλυντο DNA του μέσω
του άσπιλου φαλλού του στην Εκάτη ή Ιοκάστη ή κάτι τέτοιο, η οποία και
με την σειρά της θα δικαιολογήσει την ύπαρξη της στον μάταιο τούτο κόσμο
φέρνοντας στον κόσμο ένα indigo παιδί το οποίο πρόκειται να αλλάξει τον
ρου της Ιστορίας προσφέροντας στην ανθρωπότητα το μυστικό της ευτυχίας
και της συμπαντικής ολοκλήρωσης. Ψαλμωδίες, χλαμύδες, σανδάλια,
πανσέληνος, πυρσοί, φύλλα δάφνης στην πυρά, διαστημόπλοια από τον
Σείριο.
Κέις 2 - Ο Βασίλης έχει «πέος».
...και το οποίο πέος του Βασίλη, έχει βάλει εδώ και πολύ καιρό στο μάτι την Αννούλα, μια αναρχοκομμουνοαυτόνομη φοιτήτρια Βιβλιοθηκονομίας από το Αγρίνιο. Ο Βασίλης λοιπόν που λέτε, γνώρισε την Αννούλα κατά την διάρκεια μιας πορείας της ΚΝΕ στην Πανεπιστημίου. Όντας απολιτίκ και ψιλομπούλης και αγνοώντας τα πρωινά δρώμενα στην κεντρική οδό των Αθηνών, αποφάσισε να περάσει την ημέρα εκείνη σέρνοντας το ασήμαντο και βαρετό κορμί του μέχρι την πλατεία Συντάγματος για να ταΐσει τα περιστέρια και να χαιρετίσει τους τσολιάδες. Ο ήλιος ήταν ζεστός και λαμπερός και η μέρα όμορφη, και αυτό έκανε τον Βασίλη να νιώσει μια απρόσμενη αισιοδοξία και να τον κυριέψει μια ανείπωτη αγάπη για την ζωή, χαρίζοντας του μικρά παιχνιδιάρικα φτερουγίσματα τα οποία του γαργαλούσαν το στομάχι ευχάριστα. Έτσι λοιπόν αποφάσισε ότι αυτή ήταν η κατάλληλη μέρα για να πράξει την κατάλληλη πράξη, κάτι που όλη του την ζωή ονειρευόταν αλλά ποτέ δεν είχε βρει το κουράγιο για να κάνει, ίσως την ποιο extreme και απαγορευμένη κίνηση της απίστευτα μίζερης ζωή του, μια πράξη που θα κατάφερνε να τον τραβήξει πέρα από τα όρια του και την ρουτίνα της καθημερινότητας και να του χαρίσει την ολοκλήρωση του ως ανθρώπινη οντότητα: Στα 35 του χρόνια και Κύριος του εαυτού του πλέον, χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτήσει σε κανέναν, μπορούσε να πεταχτεί μέχρι τα κοντινά McDonalds και να παραγγείλει μιλκσεικ φράουλα ΚΑΙ διπλό Μακ! Ταυτόχρονα!
Ίσως έφταιγε η αδρεναλίνη και ο ενθουσιασμός του απαγορευμένου, ίσως τον πείραξε το μπέργκερ, ποιος ξέρει, αλλά την πολύ συγκεκριμένη στιγμή οπού είδε την λιγδιασμένη γυάλινη πόρτα του φαστφουντάδικου να ανοίγει με δύναμη και να μπουκάρει μέσα ιδρωμένη και αλαφιασμένη η Αννούλα για να ξεφύγει από τα δακρυγόνα, κατάλαβε ότι βρήκε την γυναίκα της ζωής του. Αυτόματα σηκώθηκε από την θέση του και της τράβηξε μια καρέκλα για να κάτσει στο τραπέζι του. Εκείνη μέσα στον πανικό της, χαμένη σαν κουτάβι και ζαλισμένη από τις αναθυμιάσεις των μολότοφ, των δακρυγόνων και της τσίκνας του ψημένου μπιφτεκιού, ανταποκρίθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, και έτσι κάθισαν μαζί και μοιράστηκαν μια κόκα κόλα λάιτ και κάτι κακοψημένες φτερούγες κοτόπουλου. Σύντομα η Αννούλα ένοιωσε άνετα και άρχισε να του διηγείται την ιστορία της, ενώ ο Βασίλης την παρατηρούσε να μιλάει χειρονομώντας με ενθουσιασμό για το έργο του Κροπότκιν, τρώγοντας αργά και λάγνα της πατάτες του, κοιτώντας την στα μάτια και σκουπίζοντας διακριτικά την κέτσαπ που του πασάλειβε το τριγωνικό μουσάκι του με την άκρη του χεριού του. Σύντομα αντάλλαξαν τηλέφωνα και επιστρέφοντας σπίτι του ο Βασίλης άνοιξε λογαριασμό στο Indymedia και κατέβασε όλα τα μανιφέστα του Μπακούνιν στο Κιντλ, τα οποία και διάβαζε φανατικά στον ελεύθερο χρόνο του με σκοπό να εντυπωσιάσει την Αννούλα ώστε να μην τον πιάσει αδιάβαστο και τον στείλει πάλι πίσω σπιτάκι του επίσης παρομοίως, και έτσι η σχέση τους προχωρούσε κατ ευχήν.
Τις εβδομάδες που ακλούθησαν, ο Βασίλης και το πέος του κατάφεραν και βγήκαν 3-4 χαλαρά ραντεβουδάκια με την Αννούλα στα Εξάρχεια και στην ευρύτερη γύρω περιοχή, κατά την διάρκεια των οποίων απόλαυσαν την νυχτερινή ζωή του κέντρου της Αθήνας κάνοντας χαλαρή, ευχάριστη κουβεντούλα για θέματα όπως ο Κοινωνικός Δαρβινισμός, η αυτοδιαχείριση και τα trendy reality shows της τηλεοπτικής σεζόν, παρακολούθησαν αγκαλιασμένοι σε γνωστό θερινό σινεμά το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» τρώγοντας κρατσανιστά ποπ - κορν από κοινή χαρτοσακούλα, μοιραστήκαν ένα μπουκάλι μαυροδάφνη στα παγκάκια στο Θησείο, και όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν μια χαρά και τα πράγματα άρχισαν σιγά - σιγά να σοβαρεύουν!
Ώσπου εκεί κάπου ξαφνικά, πανικός κυρίευσε τον άμοιρο Βασίλη, καθώς μια σκοτεινή και τρομερή συνειδητοποίηση πέρασε από το μυαλό του, λούζοντας τον πατόκορφα με κρύο ιδρώτα:
...... Η κλίση του πέους του δεν ευθυγραμμίζεται με τις πολιτικές πεποιθήσεις της Αννούλας!
...Και αυτό του δημιουργεί τεράστιο άγχος απόδοσης, καθιστώντας τον ανίκανο να λειτουργήσει!
Γνωρίζοντας ότι οι χλιαρές δικαιολογίες του τελειώνουν και δεν μπορεί να αναβάλει την επιθυμητή πράξη για πολύ καιρό ακόμα, καταριέται την ώρα και την στιγμή όπου σχεδόν 30 χρόνια πριν, η μητήρ του Κυρία Ευφροσύνη έλαβε έτσι αμέριστα και αβίαστα την λάθος απόφαση στο σταυροδρόμι της καίριας επιλογής της κατευθύνσεως των ιδιαίτερων σημείων του Βασίλη κατά την αρχική τοποθέτηση τους εντός του λευκού, φρεσκοπλυμένου σωβρακακίου Μινέρβα, στιγμή η οποία έμελλε να αποτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα για τα προβλήματα του στην σχέση του με την Αννούλα. Με την ουρά στα σκέλια και το ηθικό ακόμα νοτιότερα, απομακρύνθηκε από τον έρωτα της ζωής του ηττημένος και αποφασισμένος να επιστρέψει μια μέρα νικητής.
Από τότε ο Βασίλης περνάει τα βράδια του απαγγέλλοντας με σταθερή φωνή ποιήματα του Μαγιακόφσκι στο πέος του χαϊδεύοντας το τρυφερά, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρει να το καλοπιάσει και να το συνετίσει με το μαλακό ώστε να αλλαξοδρομίσει από μόνο του, κάνοντας του έτσι την χάρη να του προσφέρει μια ευκαιρία να βρεθεί στο πολυπόθητο μαυροκόκκινο κρεβάτι της Αννούλας χωρίς ενοχές, ντροπές και άγχος.
Κέις 3 - Ο Βασίλης έχει «μαρκούτσι» / «παλαμάρι» / «κρεατόβεργα».
Στο άκουσμα των συγκεκριμένων λέξεων, για κάποιον άγνωστο λόγο κάνω τον ακόλουθο συνειρμό:
Τετάρτη
μεσημέρι κατακαλόκαιρο στην τιμημένη λαϊκή αγορά των Πετραλώνων, και
εγώ προχωρώ καμαρωτή τσούκου - τσούκου - τροτ - τροτ με το ραντάκι και
το δωδεκάποντο για να εφοδιάσω το ψυγείο μου με τα ζαρζαβατικά της
εβδομάδας. Κάπου μεταξύ πατάτας Νευροκοπίου και καρότου Ευβοίας, ακούω
ξαφνικά την φράση (απευθυνόμενη προς το πρόσωπο μου):
«.... μάνα μου, τα πεπόνια σου!»
0_ο !?
....Εντάξει, όσοι με ξέρετε, γελάτε ακόμα!
Για όσους δεν με ξέρετε, συνεχίζω την αφήγηση: Κοκαλώνω επιτόπου. Σταυροκοπιέμαι μερικές φορές παίρνοντας το ύφος «Έλα Παναγία μου, το άκουσα ΚΑΙ αυτό στην ζωή μου!» και κοιτάω όλο απορία το μπούστο μου. Σηκώνω το βλέμμα μου γεμάτη αγανάκτηση και κοιτάζω το παλικάρι πίσω από τον πάγκο: «Ρε φίλε, σοβαρά τώρα, με δουλεύεις;» του λέω φρικαρισμένη.
«Ε, βρε κοπελιά, τι να σου κάνω, μόνο πεπόνια πουλάω, κάτι έπρεπε να πω κι εγώ για να σε κάνω να γυρίσεις!»
Τελικά
είχα δεν είχα, το τσίμπησα το πεπονάκι από τον μάστορα, μόνο και μόνο
για να το πάω στο σπίτι και να το στολίσω στην κουζίνα μου ως ζουμερό
βιταμινούχο τρόπαιο της παραδόξως επιτυχημένης αστοχίας του σχολίου, και
ως απτή και μυρωδάτη απόδειξη της κοσμοθεωρίας μου «αν είσαι λίγο ανοιχτός σαν άνθρωπος, τα πάντα μπορεί να σου συμβούν σε αυτή την ριμάδα την ζωή».
Ακόμα και το να εκτιμηθώ για τα ανύπαρκτα προσόντα μου!
Κέις 4 - Ο Βασίλης έχει «μαλαπέρδα».
Ο Βασίλης χρησιμοποιεί την μαλαπέρδα του είτε για αναπαραγωγή (στατιστικά τείνοντας προς το μηδέν), είτε για την ψυχαγωγία του (στατιστικά σχεδόν πάντα, και μάλιστα αυτοχείρως). Ο Βασίλης είναι γαμώ τα παιδιά.
Ηθικό δίδαγμα:
Να πω τώρα και το βαρύγδουπο συμπέρασμα (μπας και σώσω το κείμενο δηλαδή!):
Το βιωματικό είναι το νέο amateur πορνό για τους βιβλιολάγνους.
Υπάρχει μια αυθεντικότητα στο ακατέργαστο, το ραφ, που την θεωρώ ανεκτίμητη. Θέλει τον τσαμπουκά του το να γράφεις σε πρώτο πρόσωπο και να μην κουκουλώνεσαι πίσω από φανταστικές προσωπικότητες και ιστορίες που ταξιδεύουν τον αναγνώστη σε άλλες εποχές και εξωτικά τοπία. Υπάρχει μια μαγεία στον ρεαλισμό, τον αυτοσαρκασμό και την απομυθοποίηση, παρά το όποιο κατασκεύασμα. Είναι αλήθεια; Είναι ψέματα; Είναι κάτι ανάμικτο; Είναι επιτηδευμένο; Είναι αυθόρμητο; Δεν ξέρετε, και δεν θα μάθετε ποτέ.
Process Writing λοιπόν, αναπόφευκτο γέννημα του Process Living, όταν νιώθω την ακατανίκητη επιθυμία να επιστρέψω σπίτι μου βιαστικά για να ανοίξω το word μου και να βγάλω επιτέλους την μαλαπέρδα που με ταλανίζει όλη μέρα από το στόμα μου, αποτρέποντας έτσι προσωρινά τον εσωτερικό μου Nibiru από το να προσγειωθεί απευθείας πάνω στις κοινωνικές μου σχέσεις, καθώς στο ερώτημα «γιατί είσαι έτσι σκεπτική σήμερα; Τι σε απασχολεί;» η απάντηση «μια Σπουδαία Μαλαπέρδα!» δεν αποτελεί και την πιο mainstream επιλογή στον κοινωνικό κύκλο της παιδικής χαράς! (Άστε που ο άντρας μου έχει αρχίσει να ανησυχεί ιδιαίτερα, γιατί όταν με ρωτάει τι θέμα έχει το κείμενο που με τόση μυστικοπάθεια γράφω, του απαντάω σοβαρά «το πέος του Βασίλη»!)
Αναμφισβήτητα το βιωματικό είναι τρολάρισμα, και αυτό μου αρέσει. Περνάω καλά όταν τρολάρω. Μου αρέσει να μπλογκάρω. Μην περιμένετε όμως να διαβάσετε κάτι σοβαρό από εμένα. ;)