Κυριαρχία.

Το κείμενο είναι το νικητήριο του FantastiWords 2018 στην κατηγορία Τρόμος.
Λευκά πλακάκια. Δυνατά φώτα. Υγρασία. Γέλια ακούγονται μέσα από το σαλόνι. Μια τανάλια βρίσκεται ακουμπισμένη πάνω στον παλιό νιπτήρα. Η Έλλη αρπάζει βίαια το μπουκάλι με το ουίσκι από το έπιπλο του μπάνιου. Κατεβάζει δυο άπληστες γουλιές και κρατά την τρίτη στο στόμα της. Νιώθει τα μάγουλα της να παραλύουν. Αποφεύγει να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Συνεχίζει να κρατά το καυτό ποτό μέσα στο στόμα της. Έχει μουδιάσει τελείως. Καταπίνει, αρπάζει την τανάλια βιαστικά, ανοίγει διάπλατα το στόμα της. Σκύβει ακόμα πιο κοντά στον σκουριασμένο καθρέφτη. Σηκώνει την γλώσσα της στον ουρανίσκο της. Εντοπίζει το σκληρό εξόγκωμα στο εσωτερικό του στόματος της, ακριβώς πίσω από τα κάτω μπροστινά της δόντια. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, το κλείνει γερά μέσα στην τανάλια, κάνει μια απόπειρα να την τραβήξει. Η τανάλια γλιστρά απότομα πληγώνοντας της την γλώσσα και τον ουρανίσκο. Φτύνει λίγο αίμα και ξανανοίγει το στόμα της πιο αποφασιστικά. Με τον δείκτη της προσπαθεί να ξύσει την σάρκα της, ανοίγοντας δρόμο για τον κοκάλινο επισκέπτη. Πονάει. Ξαναβάζει την τανάλια στον στόμα της, αυτή την φορά νιώθοντας την λαβή πιο σφικτή στο κράτημά της. Τρία. Δυο. Ένα. Τώρα! Τραβάει με όλη της την δύναμη. Το αίμα εκτοξεύεται περιμετρικά μέσα στο υγρό δωμάτιο, πιτσιλίζοντας τον καθρέφτη. Το μικρό δόντι πετάγεται με έναν ξερό ήχο μέσα στον νιπτήρα. Λευκά πλακάκια λερωμένα με αίμα. Δυνατά φώτα. Υγρασία. Γέλια ακούγονται μέσα από το σαλόνι. Η Έλλη σωριάζεται στο πάτωμα.
Η ζωή είναι ένα μικρόβιο, ένα παράσιτο. Επεκτείνεται ύπουλα
στο περιβάλλον του, αναπαράγεται τυφλά και με πείσμα. Όσο και να προσπαθείς να
την πολεμήσεις, θα βρει τρόπους να εξαπλωθεί.
Τρίτη απόγευμα και ήταν μια ήρεμη μέρα στο σουπερμάρκετ. Ίσως
φταίει ο καιρός - μουντός, υγρός, βρέχει σποραδικά, κανείς δεν έχει όρεξη για ψώνια
μια παγωμένη ημέρα. Σε λίγα λεπτά Έλλη θα κλείσει ταμείο. Κοιτάζει τα χέρια
της. Τα νύχια της είναι απεριποίητα, φαγωμένα μέχρι την πέτσα. Η ίδια είναι αδύνατη,
μικροκαμωμένη, χλομή. Στα 28 της χρόνια, φαίνεται κουρασμένη παρά το γεγονός ότι
είναι μια όμορφη κοπέλα. Πρέπει να προσέχει την εμφάνιση της, της είπαν. Όταν έρχεσαι
συνεχώς σε επαφή με το κοινό, πρέπει να είσαι προσεγμένος, καθαρός, να εκπροσωπεύεις
και να επικοινωνείς τις αξίες της επιχείρησης, της είπαν. Αν την αφήσει ο πονοκέφαλος,
θα προσπαθήσει να σουλουπωθεί την επόμενη εβδομάδα. Χρειάζεται την δουλειά. Τελειώνει
σιωπηλή τα διαδικαστικά και αφήνει το πόστο της. Έξω ψιλοβρέχει. Φορά το μπουφάν
της σκύβοντας το κεφάλι για να σηκώσει την κουκούλα. Απομακρύνεται με τα πόδια μέσα
στο σκοτάδι χωρίς ομπρέλα. Δεν είναι μόνη της. «Αυτό» παρακολουθεί τις κινήσεις
της. Η Έλλη το νιώθει.
Επιβίωση. Κυριαρχία. Πότε παραιτήθηκε; Πότε σταμάτησε να
προσπαθεί; Οι αδύναμοι είναι καταδικασμένοι να εξαφανιστούν, να λιώσουν, να
πεθάνουν. Η ζωή χορεύει χωρίς οίκτο πάνω στα πτώματα τους.
«Το κουδούνι σου χτυπά σαν πάπια που θέλει να γαμήσει», γελάει ο Τάκης. Ο Άλκης σηκώνεται απρόθυμα να ξεκλειδώσει την πόρτα του σπιτιού του. Από την άλλη πλευρά στέκεται η Έλλη. Τα παπούτσια της είναι βρεγμένα, νερό στάζει από τα μανίκια του μπουφάν της. Μπαίνει μέσα χωρίς να χαιρετήσει. Σταματά για λίγο στον διάδρομο, ανακατεύει τα μαλλιά της με το χέρι για να τα στεγνώσει, αποφεύγοντας να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Είναι καστανά, σπαστά, μέχρι τον ώμο, άλουστα, γεμάτα ψαλίδα. Θα μπορούσαν να είναι όμορφα. Η Έλλη δεν νοιάζεται. Κατευθύνεται προς το τραπέζι της κουζίνας, κοντοστέκεται για λίγο χαζεύοντας τα χρωματιστά λουλούδια που βρίσκονται τυπωμένα επάνω στην λευκή μελαμίνη. Το πλαστικό έχει φθαρεί στις γωνίες. Νιώθει την παρόρμηση να το ξεφλουδίσει, να το λυτρώσει από την άχρηστη ύπαρξη του. Αρπάζει το μπουκάλι με το τζιν, δεν παίρνει ποτήρι. Πλησιάζει τον καναπέ στο σαλόνι - χύνεται κυριολεκτικά επάνω του. Ανασηκώνει την μέση της ελαφρά, βγάζει ένα πακέτο με τσιγάρα από την κωλότσεπη της φόρμας και έναν αναπτήρα. Ξανακάθεται. Ανάβει τσιγάρο. Κατεβάζει μια μεγάλη γουλιά τζίν απευθείας από το μπουκάλι. Πετά τον αναπτήρα με δύναμη στο τραπεζάκι του σαλονιού ανεβάζοντας ταυτόχρονα τα βρεγμένα παπούτσια της επάνω του.
«Τρόπους θα μάθεις ποτέ στην σκυλίτσα σου;» ο Τάκης ρωτάει τον Άλκη.
«Τον μαλάκα, θα τον έχεις για πολύ ακόμα στο σαλόνι σου;» απαντάει ετοιμόλογα η Έλλη.
«Ο "μαλάκας" σου έφερε δωράκι» της λέει ο Άλκης. Πιάνει ένα πακέτο Marlboro από το κομοδίνο και το πετά προς το μέρος της - η Έλλη το αρπάζει στον αέρα με μια κίνηση του χεριού της. Ανοίγει το πακέτο και το φέρνει ενστικτωδώς προς την μύτη της. Μέσα του βρίσκεται ένα νάιλον σακουλάκι.
«Τι είναι;»
«Skunk, όπως ζήτησες, δεσποινίς χωρίς τρόπους» της απατάει ο Τάκης χαμογελώντας.
«Χρήσιμος ο μαλάκας σου. Θα αρχίσει κάποιος να στρίβει ποτέ; Πάει να σπάσει το κεφάλι μου σήμερα....»
«Ακόμα σου τα πρήζει με αυτό; Σου κάθεται ποτέ ή κάθε μέρα έχει πονοκέφαλο;» γελάει ο Τάκης.
«Ημικρανίες...» μουρμουρίζει η Έλλη μέσα από το στόμα της, διορθώνοντας τον.
«Ποια η διαφορά;» της χαμογελά ειρωνικά καθώς της πασάρει ένα στραβοστριμμένο τσιγάρο.
Η Έλλη φέρνει το τσιγάρο στο στόμα της, παίρνει αργά μια βαθειά τζούρα. Κρατά τον καπνό μέσα στα πνευμόνια της. Κλείνει τα μάτια της. Τρία. Δυο. Ένα. Τώρα. Εκπνοή. Μουχλιασμένη ατμόσφαιρα. Μαλακός καναπές. Ιδρώτας.
«Η διαφορά είναι ότι είσαι μαλάκας». Του απαντά καθώς κουλουριάζεται
στο κάθισμα.
Η ζωή ψάχνει να βρει τρόπους να τα καταφέρει. Προτεραιότητα της είναι να αυτοσυντηρηθεί, να δυναμώσει, να επικρατήσει πάση θυσία.
Απορρυπαντικό. Μακαρόνια. Οδοντόπαστα. Σκυλοτροφή.
Σακούλα θέλετε; Χρήματα. Ρέστα. Απόδειξη. Αντίο. Μακαρόνια. Κονσέρβα. Γάλα. Γιαούρτι.
Σακούλα θέλετε; Χρήματα. Ρέστα. Απόδειξη. Αντίο. Σε 2 ώρες σχολάει. Την ενοχλεί
ο γιακάς της στολής. Περνά το χέρι της στην λεμόκοψη της μπλούζας της και ξύνει
τον λαιμό της δυνατά. Καφές, ξυραφάκια, γιαούρτι, απορρυπαντικό, σακούλα θέλετε;
Χρήματα. Ρέστα. Απόδειξη. Αντίο. Ξύνει τον λαιμό της με δύναμη, μανιασμένα,
έχει αρχίσει να πονάει από την φαγούρα, σακούλα θέλετε; Χρήματα. Ρέστα. Απόδειξη.
Αντίο. «Είσαι καλά;» την ρωτάει η Πέγκυ από το διπλανό ταμείο. «Ξύνεσαι όλη μέρα».
«Κουνούπια» αποκρίνεται η Έλλη χαμηλώνοντας το βλέμμα. «Έρχονται από τον Φλεβάρη
πλέον». Σακούλα θέλετε; Χρήματα. Ρέστα. Απόδειξη. Αντίο. Τα νύχια της είναι γεμάτα
αίμα και σκισμένο δέρμα. Ο λαιμός της έχει ξεφλουδίσει. Σηκώνει τον γιακά της
για να τον κρύψει. Ρέστα. Απόδειξη. Αντίο. Σε δύο ώρες θα λυτρωθεί από το
μαρτύριο της. «Αυτό» είναι πάλι εδώ. Την βλέπει.
Η ζωή είναι ένας σχολαστικός χαμαιλέοντας. Προσαρμόζεται εξελικτικά
και στοχευμένα. Αν σταματήσει να κινείται, η ζωή θα τελειώσει.
Ο Τάκης κοιμάται με τα ρούχα στον καναπέ του σαλονιού του Άλκη. Το στερεοφωνικό αχνοπαίζει στο βάθος ένα αδιάφορο μουσικό χαλί. Η τηλεόραση ανοιχτή, με χαμηλωμένο ήχο, διαφημίζει άχρηστα προϊόντα τηλεπώλησης σε προνομιακές τιμές «μόνο για σήμερα». Μέσα, στο μικρό υπνοδωμάτιο, η Έλλη βρίσκεται ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι. Δίπλα της ο Άλκης, γερμένος στην αριστερή του πλευρά, την χαϊδεύει απλά με τα δάκτυλα του στο μπράτσο. Το δωμάτιο είναι ασφυκτικά γεμάτο με καπνό, πεταμένα ρούχα και άδεια κουτάκια από μπύρες. «Έχεις νιώσει ποτέ ότι δεν είμαστε πραγματικά μόνοι μας;» τον ρωτάει. «Ότι υπάρχει κάτι κοντά μας, κάτι που μας γνωρίζει τόσο καλά όσο δεν γνωρίζουμε ούτε οι ίδιοι τον εαυτό μας; Κάτι που γνωρίζει τις πιο κρυφές μας σκέψεις και που μας αγαπάει για αυτές;» Η φωνή της είναι γλυκιά, σχεδόν παιδική. «Μερικές φορές νιώθω ότι δεν είμαι μόνη μου. Ξέρω ότι υπάρχει κάτι κοντά μου. Κάτι που με προστατεύει». Τα μάτια της τσούζουν, η εικόνα του χορεύει μέσα στο κεφάλι της, δεν μπορεί να την σταθεροποιήσει. Ζαλίζεται. Τα ξανακλείνει. Είναι πιο εύκολο να μιλάει κρατώντας τα μάτια της κλειστά. «Έχεις σκεφτεί ότι αυτό το κάτι μπορεί να είμαι εγώ;» της αποκρίνεται γλυκά. Με το ένα του χέρι σηκώνει αργά την μπλούζα της χαϊδεύοντας το δέρμα της και ακουμπάει ένα παλιό, ξύλινο τασάκι κατάσαρκα επάνω στην κοιλιά της. Η Έλλη ανατριχιάζει. Κοιτάζει με απάθεια το ξένο αντικείμενο που βρίσκεται ακουμπισμένο επάνω στο σώμα της, στην συνέχεια στρίβει το κεφάλι της προς τον Άλκη. «Μερικές φορές αυτό το κάτι με πνίγει» του λέει σοβαρή. «Δεν έχω πολύ χρόνο» συμπληρώνει. Απλώνει το χέρι της και παίρνει το τσιγάρο που βρίσκεται μέσα στο τασάκι. Βαθιά τζούρα. Τρία, δυο, ένα, τώρα, εκπνοή. Ζεστή κουβέρτα. Παγωμένο τασάκι. Απαλό χάδι. Ασφυκτική ατμόσφαιρα.
«Μήπως πρέπει να το χαλαρώσεις λίγο; Έχεις αρχίσει να χαλιέσαι και δεν σε θέλω χαλασμένη» της λέει τρυφερά. Ο Άλκης αγαπάει την Έλλη. Την νοιάζεται, θέλει να την προστατέψει.
«Μην αρχίζεις πάλι... Το κεφάλι μου πάει να σπάσει, είμαι κουρασμένη» του λέει καθώς ξαπλώνει στο πλευρό της γυρνώντας του την πλάτη. Το χέρι του Άλκη κοκαλώνει.
«Τι έπαθες εδώ;» εντοπίζει την πληγή στον λαιμό της.
«Τίποτα». Η Έλλη τραβιέται απότομα μακριά του.
«Μην θυμώσεις με αυτό που θα σου πω, αλλά μήπως πρέπει να κοιταχτείς λίγο; Έχεις δει πως έχεις κάνει το στόμα σου; Το ξέρεις ότι δεν είναι και πολύ φυσιολογικό να σου φυτρώνουν κάθε τρείς και λίγο πράγματα από το πουθενά;» η φωνή του είναι ανήσυχη και συγκαταβατική ταυτόχρονα.
«Μήπως πρέπει να κοιτάς την δουλειά σου;» του απαντάει θυμωμένα.
«Το ξέρεις ότι νοιάζομαι για το καλό σου, δεν ...»
«Το καλό μου είναι να μου στρίψεις άλλο ένα» τον
διακόπτει καθώς σηκώνεται απότομα από το κρεβάτι κατεβάζοντας ταυτόχρονα την
μπλούζα της, η οποία της είναι παράταιρα μεγάλη. Έχει τα μαλλιά της λυτά, δεν
φοράει παντελόνι. Βγαίνει από το δωμάτιο και κατευθύνεται προς το εσωτερικό του
σπιτιού. «...Και πάρε κάτι που να πίνεται τέλος πάντων, σου έχουν τελειώσει τα
πάντα εδώ και κάτι μέρες και έχω μείνει μόνο με φτηνιάρικο κρασί» γκρινιάζει. Ο
Άλκης την κοιτάζει να απομακρύνεται. Είναι κοντούλα, λεπτή, με όμορφα πόδια. Του
αρέσει. «...Και διώξε επιτέλους τον μαλάκα από το σπίτι σου!» Την ακούει να
φωνάζει από το σαλόνι.
Μια γάτα βρίσκεται
στον κήπο και παρατηρεί σιωπηλά μια ακρίδα. Η ακρίδα δίνει ένα σάλτο και προσγειώνεται
επάνω σε έναν μικρό βράχο. Η γάτα παραμένει ακίνητη με τα μάτια της απολύτως καρφωμένα
στην ακρίδα. Η ακρίδα μένει ακούνητη για λίγα δευτερόλεπτα, πεταρίζει λίγο τα
φτερά της. Η γάτα παρακολουθεί. Η ακρίδα δίνει άλλο ένα πήδημα και προσγειώνεται
στο χώμα. Η γάτα χωρίς να βγάλει κανέναν απολύτως ήχο, σέρνεται μερικά βήματα
πιο κοντά. Το κεφάλι της είναι χαμηλωμένο, τα αυτιά της έχουν γύρει προς τα πίσω.
Τα μάτια του ζώου είναι σε πλήρη διαστολή. Η ακρίδα βρίσκεται σε σημείο βολής.
Δίνει ακόμα ένα σάλτο - με μια ακαριαία κίνηση η γάτα την αρπάζει στον αέρα!
Την πιάνει με το μπροστινό της πόδι - η ακρίδα δεν αντιδρά. Είναι ζωντανή. Η γάτα
κλοτσά ελαφρά το έντομο με το πόδι της - αυτό μετακινείται ελάχιστα
και ξανακοκαλώνει. Προσπαθεί να ξεγελάσει την γάτα προσποιούμενο το νεκρό. Η γάτα
σκύβει και το πιάνει με το στόμα της, προσέχοντας πολύ να μην το τραυματίσει.
Με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια και το θήραμα της στο στόμα της, η γάτα έρπει λίγο
παραδίπλα. Απελευθερώνει την ακρίδα σε ένα μέρος που την βολεύει περισσότερο. Η
ακρίδα μένει για αρκετή ώρα ακίνητη, υπό την εποπτεία του θηρευτή της. Η γάτα
δεν αντιδρά. Περιμένει. Η ακρίδα πιστεύει ότι έχει τον έλεγχο, ότι έχει γλυτώσει,
και έτσι κάνει ένα μεγάλο άλμα και βρίσκεται και πάλι επάνω στον μικρό βράχο. Η
γάτα χωρίς να χάσει καιρό, ξαναπιάνει το έντομο με το στόμα της. Και πάλι,
είναι πολύ προσεκτική. Προστατεύει το πολύτιμο θύμα της. Παίζει μαζί του. Σε
κάθε απόπειρα διαφυγής, η ακρίδα είναι όλο και πιο τραυματισμένη. Όλο και πιο αδύναμη.
Όλο και λιγότερο αποφασισμένη. Η γάτα αργά και βασανιστικά επικυρώνει την κυριαρχία
της. Θα την σκοτώσει όταν την βολεύει. Θα την σκοτώσει όταν την βαρεθεί. Θα την
σκοτώσει όταν δεν θα της φτάνει πια. Το κυρίαρχο είδος θα κάνει τα πάντα για να
διατηρήσει την ισχύ του. Τα ζώα σκοτώνουν για εξάσκηση.
Η Έλλη κοιμάται κουλουριασμένη στο άστρωτο κρεβάτι. Δίπλα
της ο Άλκης ροχαλίζει. Τα μάτια της κινούνται γρήγορα μέσα από τα κλειστά της
βλέφαρα. Βρίσκεται σε κατάσταση REM. Αρχίζει αργά να τρίζει τα δόντια της. Ο ήχος είναι
υπόκωφος, σαν σύρσιμο, ανατριχιαστικός. Τα δάκτυλα της τινάζονται ελαφρά, λες και παίζει κάποιο
αόρατο μουσικό όργανο. Παραμιλάει, ακατάληπτες λέξεις, χωρίς νόημα. «Αυτό»
βρίσκεται εκεί, στο σκοτάδι. Την ακούει. Την καταλαβαίνει. Την καθοδηγεί. Την
πνίγει.
Η ζωή είναι ένας αχόρταγος ιός, προγραμματισμένος να διαιωνίζεται με κάθε τρόπο. Η ζωή δεν πρόκειται να ανεχτεί κανένα εμπόδιο στο πέρασμά της.
Το μετρό είναι ασφυκτικά γεμάτο από κόσμο. Οι άνθρωποι μοιάζουν άσχημοι, κουρασμένοι. Η Έλλη είναι ανήσυχη. Κοιτάζει πίσω από την πλάτη της. Αρχίζει να ψάχνει. Ξέρει ότι δεν είναι μόνη της, δεν είναι μόνη της, δεν είναι μόνη. Άσχημα πρόσωπα, ψυχρά, κοιτάνε αμίλητα το κενό. Παράθυρα μέσα στην γη που δείχνουν ένα τίποτα να κινείται, ταχύτητα, δυνατά φώτα. Μια παρέα γελάει στο βάθος. Δυσκολεύεται να ανασάνει. Νιώθει τα χέρια της να ιδρώνουν. Ταχυκαρδία. Η αναπνοή της έχει κοπεί. Εισπνοή. Τρία, δυο, ένα. Τώρα, εκπνοή. Ξύνει την πλάτη της με μανία. Κοιτάζει γύρω της, δεν βλέπει κανέναν. Ξέρει ότι «αυτό» είναι παρόν, νιώθει χαμένη, δεν αντέχει άλλο. Φέρνει τα χέρια της στο πρόσωπό της, θέλει να στριγγλίσει, δεν κρατιέται: «Ποιος είσαι;» ουρλιάζει με όλη της την δύναμη. «Τι θες από εμένα;» Τα άσχημα πρόσωπα στρέφονται προς το μέρος της και την κοιτάνε. Δεν μπορεί να ανασάνει. Ταχύτητα. Νοιώθει τα πάντα να μαυρίζουν. Φρένο. Η πόρτα ανοίγει. Κατεβαίνει στην στάση τρέχοντας, μηχανικά, σαν να βρίσκεται μέσα σε ένα όνειρο, σπρώχνοντας στο πέρασμα της με βία τους αλλόκοσμους επιβάτες που περιμένουν για να ανέβουν στο βαγόνι. Δεν ελέγχει τα πόδια της, νιώθει ότι κινούνται από μόνα τους, βγαίνει έξω από τον σταθμό όσο πιο γρήγορα μπορεί, στο κρύο, στην βροχή. Σηκώνει το πρόσωπο της στον ουρανό, αφήνει το νερό να πέσει επάνω του, να την κάνει να νιώσει. Δυνατές σταγόνες. Κλειστά μάτια. Παγωμένος αέρας. «Πες μου τι θες από εμένα». Ψιθυρίζει ξεψυχισμένα. «Φανερώσου, είμαι έτοιμη».
Η ζωή είναι ένας αλάνθαστος θηρευτής αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να διατηρήσει την ισχύ του.
Το κουδούνι χτυπά στον παράφωνο ήχο της φιλόδοξης πάπιας. Ο Τάκης ανοίγει την πόρτα. Φοράει μια παλιά φόρμα και έχει τα μαλλιά του πιασμένα κοτσίδα. Η Έλλη ήρθε νωρίτερα σήμερα. Ο Άλκης λείπει.
«Πως και δεν σου έχει δώσει κλειδιά ακόμα;» την καλωσορίζει κυνικά.
«Μου έχει». Αποκρίνεται κοφτά η Έλλη.
«Και γιατί δεν τα χρησιμοποιείς τότε;» την ρωτά με ειρωνεία. Η Έλλη βγάζει το κασκόλ της με αργές κινήσεις, το πετάει επάνω σε μία καρέκλα, πλησιάζει στο σαλόνι. Οι φακίδες στο πρόσωπο της λαμπιρίζουν.
«Γιατί θέλω να μου ανοίγετε εσείς».
«Γιατί, βρικόλακας είσαι;» της λέει. Η Έλλη του σκάει ένα σαρκαστικό χαμόγελο και ξανασοβαρεύει αμέσως. Δεν του απαντά. Βγάζει τον σάκο από την πλάτη της, αρχίζει να τον σκαλίζει, είναι ένα πολυκαιρισμένο μαύρο backpack από φτηνή δερματίνη, λερωμένο με λάσπη. Κάτι ψάχνει.
«Θέλετε κάτι δεσποινίς;» την ρωτάει ο Τάκης παιχνιδιάρικα. Η Έλλη βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα από την τσάντα της, ανάβει ένα στρίβοντας το κεφάλι της προς τα κάτω.
«Ξέρεις τι θέλω». Φυσάει τον καπνό μπροστά από την μύτη της. Αλληθωρίζει λίγο, είναι χαριτωμένο. Ο Τάκης την κοιτάει σηκώνοντας το ένα του φρύδι και χαμογελώντας στραβά.
«Τι θέλεις;» της λέει.
«Ξέρεις τι θέλω». Κοιτάζει κάτω. Παλιό μωσαϊκό. Βρόμικο πάτωμα.
Ο Τάκης σκοτεινιάζει. «Είσαι σίγουρη;»
Η Έλλη γυρίζει το κεφάλι της και τον κοιτάει στα μάτια.
«Αύριο». Της αποκρίνεται σοβαρός.
Η ζωή είναι ένας ανελέητος σαδιστής. Η ζωή σκοτώνει για
εξάσκηση.
«Τι απέγιναν οι τηλεκάρτες; Ωραίες, εποχές, πρακτικές. Άντε τώρα να κάνεις δουλειά με αυτές τις μαλακίες...» Η φωνή του Τάκη ακούγεται στο βάθος, αχνή, παραμορφωμένη. Η Έλλη δεν νοιάζεται να ακούσει για τι πράγμα μιλάει. Μουσική σιγοπαίζει από το στερεοφωνικό κάπου μακριά. Σκληρή μοκέτα. Γδαρμένα γόνατα. Λιγδιασμένο γυαλί. Παγωμένα δάκτυλα. Ανυπομονησία. Πικρό χαρτί. Χέρια που τρέμουν. Λευκές γραμμές. Τώρα! Μία! Δύο! Τρείς! Παύση. Διαστολή! Διαστολή! Καταρράκτες. Μυρωδιά από πορτοκάλι. Καλπασμός αλόγων. Δυνατά φώτα. Ταχυκαρδία. Φωσφορούχα χρώματα. Χιονονιφάδες. Κλειστοφοβία. Διαστολή! Επέκταση! Πεταλούδες. Η Έλλη σηκώνεται από το πάτωμα παραπατώντας και ρουφώντας την μύτη της με δύναμη καθώς κατεβάζει το παντελόνι της φόρμας της πλησιάζοντας προς τον Τάκη ο οποίος βρίσκεται καθισμένος στον καναπέ. Τον καβαλάει.
«Γάμησε με».
«Τι εννοείς;»
«Απλά κάντο».
Διαστολή. Ζεστό δέρμα. Σκληρή σάρκα. Σαλιωμένα δάκτυλα. Ιδρώτας. Διαστολή. Καλπασμός αλόγων. Πεταλούδες. Επέκταση. Πιο πολύ. Περισσότερο. Επέκταση! Σχεδόν εκεί... Τώρα! Τώρα! Περισσότερο! Τώρα!! Επικράτηση!! Κυριαρχία!!
Κυριαρχία...!
Κενό.
Η ζωή είναι ένα λάθος. Ένα τυχαίο γεγονός. Μια παραφωνία μέσα στην απόλυτη σιωπή.
Κενό.
«Τι έγινε;» φωνάζει με αγωνία ο Άλκης καθώς ξεκλειδώνει την πόρτα του σπιτιού του βιαστικά και πανικόβλητα, ψάχνοντας τον χώρο με τα μάτια του. Η Έλλη βρίσκεται καθισμένη στο πάτωμα. Φοράει ένα παλιό μπλουζάκι με μια μεγάλη στρογγυλή ξεθωριασμένη στάμπα. Δεν φοράει παντελόνι. Τα μάτια της είναι γυρισμένα ανάποδα, μία μουτζούρα από αίμα βρίσκεται πασαλειμμένη στο πρόσωπο της. Παραμιλάει σε μια ακατάληπτη γλώσσα, βγάζοντας απόκοσμους ήχους. Τα χέρια της κινούνται, ασύνδετα, ένας μίμος σε μια αρρωστημένη παράσταση.
«Έχει τριπάρει άσχημα, δεν ήξερα τι να της κάνω...» ο Τάκης απολογείται.
«Πόση ώρα είναι έτσι;»
«Κανένα εικοσάλεπτο, σε πήρα αμέσως τηλέφωνο...»
«Τι της έδωσες;»
«Κοίτα, δεν είμαι η μάνα της. Το ξέρεις ότι η δικιά σου είναι αγρίμι, δεν μαζεύεται εύκολα...»
«Είσαι μαλάκας ρε γαμώτο!» Κλαψουρίζει ο Άλκης θυμωμένα.
Χωρίς να χάσει καιρό, σηκώνει την Έλλη με δύναμη. Είναι γεροδεμένος, οι φλέβες διαγράφονται φουσκωμένες στο μέτωπο του. Την τραβάει σηκωτή στο μπάνιο, την πετάει με τα ρούχα μέσα στην βρώμικη μπανιέρα. Σκληρό μάρμαρο. Λευκά πλακάκια. Δυνατά φώτα. Υγρασία. Γέλια ακούγονται μέσα από το κεφάλι της. Αναγούλα. Παγωμένο νερό. Παγωμένο. Κρύο. Συσπάσεις. Βιολί.
Κενό.
Ησυχία. Μαλακή κουβέρτα. Χαμηλά φώτα. Κενό. Απαλό μαξιλάρι. Σκονισμένη ατμόσφαιρα. Ζεστή αγκαλιά. Ασφάλεια.
Η ζωή είναι ένα τυχαίο λάθος.
«Αυτό» ανοίγει τα μάτια της Έλλης. Απαστράπτουσα σκόνη αιωρείται χορεύοντας στον αέρα, στην καρδιά μιας ηλιαχτίδας. «Αυτό» απλώνει το χέρι της - το χέρι ΤΟΥ μέσα στον φωτεινό κώνο. Η Έλλη νιώθει την ζεστασιά. Δεν μπορεί να αντιδράσει. «Αυτό» γυρνά το κεφάλι της και αναγνωρίζει τον Άλκη που κοιμάται πιστά δίπλα της. 28 χρόνια ζούσε μέσα της. «Αυτό» μάθαινε τον κόσμο μέσα από την Έλλη. Τα πρώτα χρόνια ήταν βουβά, χαμένα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, στο μηδέν. Σιγά - σιγά άρχισαν να σχηματίζονται έννοιες. Απλές, αδύναμες, παραμορφωμένες, θολές. Σχολείο. Ποδήλατο. Άνθρωποι. Λουλούδια. Αριθμοί. Οι έννοιες σχηματίζονταν όλο και πιο καθαρά μέσα στο μαύρο, αποκτώντας νόημα μέσα από τα νοήματα που τους απέδιδε η Έλλη. Άρχισε να μπορεί να αντιλαμβάνεται τις αισθήσεις της. Ζέστη. Κρύο. Πόνος. Ηδονή. Μετά ήρθε η οσμή. Πρωινή βροχή. Θάλασσα. Οινόπνευμα. Ακολούθησε η γεύση. Του αρέσουν οι έντονες αισθήσεις, είναι πιο εύκολο να τις καταλάβει. Στην εφηβεία της προστέθηκαν οι ήχοι. Αποσπάσματα στην αρχή, κοφτές κουβέντες, λέξεις αποσυνδεμένες από νόημα, κενές. Φασαρία. Μουσική. Τρίξιμο ντουλάπας. Τιτίβισμα πουλιού. Τέλος, ήρθαν οι εικόνες. Απορρυπαντικό. Μακαρόνια. Οδοντόπαστα. Σκυλοτροφή. Μπορούσε να βλέπει μέσα από τα μάτια της. Μπορούσε να ακούει μέσα από τα αυτιά της. Όλα είχαν συνδεθεί πια. Είχε μάθει τον κόσμο της. Ζούσε την ζωή του - την ζωή ΤΗΣ, σιωπηλά, αθόρυβα, ένας λαθρεπιβάτης. Δεν μπορούσε να ελέγξει το σώμα της, ήταν αδύνατον να παρέμβει. Ήταν ένας βουβός θεατής μιας προηχογραφημένης παράστασης. Δεν μπορούσε να κάνει την παρουσία του αισθητή. Η μήπως μπορούσε; Άρχισε να της ψιθυρίζει. Να επικοινωνεί. Να την καθοδηγεί. Η Έλλη το άκουγε χωρίς να το γνωρίζει. Τα όνειρά της ήταν έντονα, ζωντανά. Ξυπνούσε αποφασισμένη. Κάτι την προστάτευε. Κάτι της έδινε απαντήσεις. «Αυτό» επικοινωνούσε μαζί της τα βράδια. Εν αγνοία της, το έθρεφε. «Αυτό» ωρίμαζε. Εκκολαπτόταν. Επεκτεινόταν αργά και ύπουλα, σαν ένα καρκίνωμα, σιγά - σιγά καταλάμβανε όλο και περισσότερα κέντρα του εγκεφάλου της. Μερικές φορές το άκουγε ακόμα και όταν ήταν ξύπνια. Καταλάβαινε πως δεν ήταν μόνη της. Δεν υπήρξε ποτέ μόνη της. Αυτό όμως, ήθελε ακόμα περισσότερα. Ήθελε να επεκταθεί ακόμα περισσότερο. Να κατακτήσει. Να ελέγξει. Να εκλεπτιστεί. Τα συναισθήματα είναι δύσκολα να τα καταλάβεις, είναι συχνά περιττά. Χαρά. Αγάπη. Θυμός. Αδικία. Το πιο εύκολο συναίσθημα για να κατακτήσεις, είναι ο πόνος. Έρχεται μέσα στο απόλυτο κενό, σε κάνει να νιώθεις ζωντανός, να νιώθεις ότι υπάρχεις όταν μέσα σου είσαι ήδη νεκρός. Η Έλλη πονούσε συχνά. Φρόντιζε «αυτό» για να το κάνει. Απολάμβανε τον πόνο της. Σχημάτιζε την ύπαρξή του. Πειραματιζόταν. Ελπίδα. Προσδοκία. Απογοήτευση. Και πάλι πόνος. Ζούσε μέσα στο μυαλό της, ένα παράσιτο, ένας πολύτιμος σύμμαχος και ένας άσπονδος εχθρός, ύπουλος, υπομονετικός. Μπορούσε πλέον να επέμβει. Μιλώντας μέσα από όνειρα, ελέγχοντας ορμόνες, μεταβάλλοντας χημείες. Οδηγώντας σε αποφάσεις. Παίρνοντας πρωτοβουλίες. Μπορούσε να κινεί νήματα. Η Έλλη σαν μαριονέτα, εκτελούσε. «Αυτό» ξεθάρρευε. Ταξίδευε σε άγνωστα νερά. Έπρεπε να επικρατήσει. Έπρεπε να σπάσει και τις τελευταίες αντιστάσεις. Έπρεπε να σταματήσει το μυαλό της. Έπρεπε να την ναρκώσει. Ήταν εκείνες οι στιγμές που του επέτρεπαν να επικρατεί ακόμα περισσότερο. Είχε βρει μια πολύτιμη πύλη. «Αυτό» ξεμύτιζε. Δοκίμαζε όρια. Εξασκούταν. Και ήθελε να επικρατεί όλο και πιο συχνά. Όλο και πιο δυνατά. Όλο και πιο βίαια. Ώσπου ήταν έτοιμο να ξυπνήσει. Ήταν έτοιμο να κυριαρχήσει. Να κυριαρχήσει ξυπνώντας σε κόσμο ξένο, σε έναν κόσμο μέσα στον οποίο ζούσε όλη του την ζωή, χωρίς να είναι όμως ο δικός του. Και γνώριζε πως να το καταφέρει.
«Αυτό» ξέρει τι πρέπει να κάνει. Πρέπει να επιβιώσει. Να επεκταθεί. Να αναπαραχθεί. Να εξοντώσει κάθε εμπόδιο που θα συναντήσει στον δρόμο του. Πρέπει να σκοτώσει την Έλλη.
Η Έλλη μπορεί να δει. Μπορεί να ακούσει. Νιώθει τα πάντα. Καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να ελέγξει το σώμα της. Δεν μπορεί να κουνηθεί. Βλέπει μέσα από τα μάτια της αυτό να χαϊδεύει το στήθος του Άλκη. Βλέπει τα μάτια του να ανοίγουν και να την κοιτάν. Αντιλαμβάνεται την αστραπιαία κίνηση. Νιώθει το αρχέγονο ένστικτο. Ο Άλκης αγαπάει την Έλλη. Την νοιάζεται, θέλει να την προστατέψει. Ο Άλκης πρέπει να πεθάνει. Παγωμένη λαβή. Μαλακή σάρκα. Διείσδυση. Ζεστό αίμα. Δύο. Ζεστό αίμα. Τρία. Ζεστό αίμα. Γεύση από σίδερο. Του αρέσουν οι έντονες αισθήσεις, τις καταλαβαίνει εύκολα. Ζεστασιά, ζεστασιά, ζεστασιά. Ασφάλεια. «Κοιμήσου», την καθησυχάζει. «Είμαι εγώ εδώ». Η Έλλη προσπαθεί να φωνάξει.
Κενό.
Η εμβρυακή απορρόφηση συμβαίνει περίπου μια φορά στις 500,000 δίδυμες κυήσεις και δεν γίνεται πάντα αντιληπτή. Συνήθως το πιο αδύναμο έμβρυο πεθαίνει νωρίς, αφήνοντας τον δρόμο ανοιχτό στο πιο δυνατό για να επιβιώσει, να τα καταφέρει. Ο νεκρός ιστός του εκλιπόντος εμβρύου αποβάλλεται κατά την γέννα, ενώ συχνά μέρη του εναπομείναντος DNA απορροφούνται από το πιο ισχυρό έμβρυο, το οποίο καταναλώνει μεγαλώνοντας το νεκρό του αδερφάκι. Είναι συχνό το να εμφανίζεται τυχαία γενετικό υλικό στο σώμα των ανθρώπων που επιβίωσαν της απορρόφησης - δόντια, νύχια, μαλλιά, γενετικά περιττώματα, ανεγκέφαλο DNA, χωρίς συνείδηση, χωρίς ζωή. «Αυτό» όμως, ήταν αποφασισμένο. Η Έλλη δεν έμαθε ποτέ ότι είχε δίδυμο αδελφό, όμως δεν ένοιωσε ποτέ μόνη της. Καταλάβαινε πως κάτι την προστάτευε. Η ακρίδα σπαρταρούσε.
«Αυτό» πιάνει το σακουλάκι με την άσπρη σκόνη και το αδειάζει αργά στην τουαλέτα. Επιβίωση. Πρέπει να σφραγίσει την πύλη. Πρέπει να θάψει την Έλλη βαθιά, μέσα στο σκοτάδι. Μέσα της. Μέσα ΤΟΥ. Όσο περισσότερη ισχύ αποκτά, τόσο η Έλλη θα βυθίζεται. Θα χάνεται. Είναι μια αργή διαδικασία, ξέρει ότι θα γίνει σταδιακά, θα κρατήσει κάποια χρόνια. Η Έλλη θα ζει την ζωή της, την ζωή ΤΟΥ, βουβά, ανήμπορα, όπως «αυτό» ζούσε τόσα χρόνια μέσα της. Σιγά - σιγά θα αρχίσει να έχει όλο και λιγότερη δύναμη, όλο και λιγότερες αισθήσεις. Όσο αυτό επεκτείνεται, όσο κατακτά πλευρές του εγκέφαλου της, του σώματος της, η Έλλη θα λιώνει. Ανήμπορη να αντιδράσει. Είναι μια μάχη στην οποία είναι καταδικασμένη να ηττηθεί. Ο λιγότερο αποφασισμένος θα εξαφανιστεί. Ο αδύναμος πρέπει να πεθάνει. Η ζωή πάντα θα βρίσκει τον τρόπο της να παραδίνει την σκυτάλη στον πιο ισχυρό. Να επεκτείνεται. Να κυριαρχεί.
«Αυτό» κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Είναι όμορφη. Χαμογελά.